κόμης

κόμης
κόμη
hair of the head
fem gen sg (attic epic ionic)
κόμης
comes
fem nom sg
κομάω
let the hair grow long
pres ind act 2nd sg
κομάω
let the hair grow long
imperf ind act 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κόμης — κόμης, ο και κόμητας, ο θηλ. κόμισσα (λ. λατ.), τίτλος ευγενείας, κόντες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κόμης — Τίτλος ευγενείας, ανάμεσα στον βαρόνο και στον μαρκήσιο, τον οποίο φέρουν οι κληρονόμοι των παλιών τιτλούχων. Σε πολλές χώρες τείνει να καταργηθεί, αλλά διατηρείται ακόμη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σήμερα, μάλιστα, απονέμεται σε πρόσωπα της υψηλής… …   Dictionary of Greek

  • Κόμης, σμήνος — (Αστρον.). Ονομασία δύο αντικειμένων στον αστερισμό της κόμης της Βερενίκης. Το πρώτο είναι ένα ανοικτό σμήνος αστέρων με περίπου 80 αστέρες, εύκολα ορατό ακόμη και με διόπτρες. Το δεύτερο είναι ένα απομακρυσμένο σμήνος γαλαξιών, κοντά στον… …   Dictionary of Greek

  • κομῆς — κομάω let the hair grow long pres ind act 2nd sg (doric) κομάω let the hair grow long pres ind act 2nd sg (epic doric ionic) κομέω take care of pres ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αλεξάντερ, Γουίλιαμ, κόμης του Στέρλινγκ — (William Alexander, περ. 1567 – 1640). Ποιητής, αυλικός και αποικιστής (βλ. λ. Στέρλινγκ, Γουίλιαμ Αλεξάντερ, κόμης του) …   Dictionary of Greek

  • Αντράσι, Γκιούλα, κόμης — (Count Julius Andràssy, Κάσα 1823 Βολόσκα 1890). Ούγγρος πολιτικός. Έλαβε μέρος στην Ουγγρική επανάσταση του 1848 49 και μετά την καταστολή της κατέφυγε στο Λονδίνο. Καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία από το δικαστήριο της Πέστης και… …   Dictionary of Greek

  • Λα Περούζ, Ζαν Φρανσουά ντε Γκαλόπ, κόμης του- — (Jean François de Galaup Comte de La Pérouse, 1741; – 1788). Γάλλος εξερευνητής. Αφού υπηρέτησε στο γαλλικό ναυτικό επί 29 χρόνια, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ του ανέθεσε την εξερεύνηση των άγνωστων, την εποχή εκείνη, περιοχών του Ειρηνικού ωκεανού. Για… …   Dictionary of Greek

  • Βιλιέ ντε λ’ Ιλ-Αντάμ, Φιλίπ Ογκίστ Ματιάς, κόμης του- — (Philippe Auguste Mathias, comte de Villiers de L’ Isle Adam, Σεν Μπριέ, Βρετάνη 1838 – Παρίσι 1889).Γάλλος συγγραφέας. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και πρωτοεμφανίστηκε με τους παρνασσιακούς ποιητές. Ευαίσθητος στις βαγκνερικές θεωρίες …   Dictionary of Greek

  • Βολνέ, Κονσταντίν Φρανσουά ντε Σασμπίφ, κόμης — (Constantin François de Chassebuf, comte de Volney, 1757 – 1820).Γάλλος συγγραφέας. Αρχικά σπούδασε ιατρική, αλλά αργότερα ασχολήθηκε με φιλοσοφικές και ιστορικές μελέτες. Κατά την περίοδο 1782 87, πήγε στην Αίγυπτο και τη Συρία όπου έμαθε την… …   Dictionary of Greek

  • Γκίλφορντ, Φρέντερικ Νορθ, κόμης — (Earl Frederick North Guilford, Λονδίνο 1766 – Λονδίνο 1827).Άγγλος φιλέλληνας και ελληνιστής. Τριτότοκος γιος του λόρδου Νορθ, σπούδασε νομικά στην Οξφόρδη, αλλά αφοσιώθηκε στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ειδικότερα του Ομήρου.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”